• English
  • Ελληνικά
Παρασκευή, 15 Δεκέμβριος 2017

ΠΟΤΕ ΦΟΡΟΛΟΓΕΙΤΑΙ ΩΣ ΜΙΣΘΩΤΟΣ ΚΑΙ ΠΟΤΕ ΩΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΑΣ

Επικαιρότητα: 

ΠΗΓΗ : Η ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ

Αναλυτικές οδηγίες του υπουργείου Οικονομικών.

Φυσικά πρόσωπα που ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα και υποχρεούνται σε τήρηση βιβλίων και στοιχείων από την ισχύουσα νομοθεσία, για να φορολογηθούν με την κλίμακα του εισοδήματος από μισθωτή εργασία πρέπει η επαγγελματική τους εγκατάσταση να είναι ίδια με την κατοικία τους. Η εφαρμογή μάλιστα του εν λόγω μέτρου καλύπτει και τις περιπτώσεις φιλοξενουμένων στους οποίους έχει παραχωρηθεί μέρος του ακινήτου για την άσκηση της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας, για την οποία προκύπτει τεκμαρτό μίσθωμα για τον παραχωρητή.

 
 

Αυτό γνωστοποιήθηκε αρμοδίως με εγκύκλιο (ΠΟΛ.1047/ 12.2.2105) της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων, στην οποία επισημαίνεται επίσης ότι στην περίπτωση που ο φορολογούμενος αποκτά εισόδημα από μισθωτή εργασία και παράλληλα αποκτά εισόδημα από την άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας, φορολογείται για το μεν εισόδημα από μισθωτή εργασία με βάση την κλίμακα που ισχύει για τους μισθωτούς, ενώ για το εισόδημα από την άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας με βάση την κλίμακα με την οποία φορολογούνται τα κέρδη από την επιχειρηματική δραστηριότητα.

Ειδικότερα, όπως αναφέρεται στην ίδια εγκύκλιο, με τις διατάξεις του νέου Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, από την Ιανουαρίου 2014 διακρίνονται τέσσερις (4) κατηγορίες ακαθάριστων εισοδημάτων, εκ των οποίων στη νέα Β’ κατηγορία - πηγή ενοποιήθηκαν οι πηγές Δ’, Ζ’ και Ε’, δηλαδή αντίστοιχα εισόδημα από εμπορικές επιχειρήσεις, εισόδημα από ελευθέρια επαγγέλματα και εισόδημα από αγροτική εκμετάλλευση, υπό τον γενικό μάλιστα χαρακτηρισμό εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα.

Κατά συνέπεια δεν διαφοροποιείται πλέον η φορολογική μεταχείριση μεταξύ κάποιου που αποκτούσε εισόδημα που χαρακτηριζόταν ως Ζ’ πηγής (εισόδημα από ελευθέρια επαγγέλματα) ή ως Δ’ πηγής (εισόδημα από εμπορικές επιχειρήσεις).

Θα πρέπει εξάλλου να αναφερθεί ότι για τους σκοπούς του ΚΦΕ, εργασιακή σχέση υφίσταται όταν ένα φυσικό πρόσωπο παρέχει υπηρεσίες βάσει σύμβασης, προφορικής ή έγγραφης, με την οποία το φυσικό πρόσωπο αποκτά σχέση εξαρτημένης εργασίας με άλλο πρόσωπο, το οποίο έχει το δικαίωμα να ορίζει και να ελέγχει τον τρόπο, τον χρόνο και τον τόπο εκτέλεσης των υπηρεσιών.

Μεταξύ δε των περιπτώσεων των δικαιούχων απόκτησης εισοδημάτων για τους οποίους θεωρείται ότι συντρέχει η ανωτέρω εργασιακή σχέση, λόγω της φύσης των εργασιών τους, είναι και οι πιο κάτω:

α)τα εισοδήματα των ασκούμενων δικηγόρων και σπουδαστών που πραγματοποιούν πρακτική εξάσκηση,

β)τα εισοδήματα φυσικών προσώπων που απασχολούνται σε προγράμματα απόκτησης επαγγελματικής εμπειρίας,

γ)οι αποζημιώσεις ανέργων ή εργαζομένων από το κοινοτικό ή εθνικό ταμείο για την παρακολούθηση επιδοτούμενων σεμιναρίων επαγγελματικής κατάρτισης και επιμόρφωσης,

δ)τα εισοδήματα που αποκτούν δικαιούχοι προγράμματος επανειδίκευσης, κατάρτισης και απόκτησης επαγγελματικής εμπειρίας» (αφορά πρώην εργαζομένους εταιρειών που έκλεισαν και οι οποίοι υπάχθηκαν στα προγράμματα αυτά),

ε)τα εισοδήματα που αποκτούν συμβασιούχοι έργου στα ΚΕΠ, Δημόσιο και λοιπά ΝΠΔΔ,

στ)τα εισοδήματα που αποκτούν φοιτητές, μεταπτυχιακοί φοιτητές, υποψήφιοι διδάκτορες κ.λπ. λόγω της συμμετοχής τους σε ερευνητικά προγράμματα, καθώς επίσης και οι περιπτώσεις απόκτησης εισοδημάτων από περιστασιακά απασχολούμενους, όπως φοιτητές, νοικοκυρές, άνεργοι κ.λπ. που συμμετέχουν σε εργασίες όπως, έρευνες αγοράς, συγκέντρωση ερωτηματολογίων, συλλογή παλιών αντικειμένων ή σιδήρων και οι οποίοι αποκτούν ευκαιριακά εισόδημα.

Για τους σκοπούς εξάλλου του ΚΦΕ, εργασιακή σχέση υφίσταται όταν ένα φυσικό πρόσωπο παρέχει υπηρεσίες βάσει έγγραφων συμβάσεων παροχής υπηρεσιών ή συμβάσεων έργου, με φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες τα οποία δεν υπερβαίνουν τα τρία ή, εφόσον υπερβαίνουν τον αριθμό αυτόν, ποσοστό 75% του ακαθάριστου εισοδήματος από επιχειρηματική δραστηριότητα προέρχεται από ένα από τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες που λαμβάνουν τις εν λόγω υπηρεσίες και εφόσον δεν έχει την εμπορική ιδιότητα, ούτε διατηρεί επαγγελματική εγκατάσταση που είναι διαφορετική από την κατοικία του.

Είναι λοιπόν φανερό ότι μεταξύ των προϋποθέσεων που πρέπει να συντρέχουν ούτως ώστε φυσικά πρόσωπα που ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα και υποχρεούνται σε τήρηση βιβλίων και στοιχείων από τις κείμενες διατάξεις, για να ενταχθούν στη σχετική διάταξη και να φορολογηθούν με την κλίμακα του εισοδήματος από μισθωτή εργασία, πρέπει η επαγγελματική τους εγκατάσταση να είναι ίδια με την κατοικία τους.

Η υπαγωγή στη διάταξη αυτή καλύπτει και τις περιπτώσεις φιλοξενουμένων στους οποίους έχει παραχωρηθεί μέρος του ακινήτου για την άσκηση της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας, για την οποία προκύπτει τεκμαρτό μίσθωμα για τον παραχωρητή.

Θεωρείται πάντως ότι δεν έχουν την εμπορική ιδιότητα και συνεπώς υπάγονται στην εν λόγω διάταξη, εφόσον βέβαια συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις αυτής, οι αμοιβές που καταβάλλονται εξαιτίας παροχής υπηρεσιών στις οποίες προέχει το στοιχείο της συμβουλής ή της επιστημονικής, καλλιτεχνικής και πνευματικής δημιουργίας, δηλαδή επαγγέλματα που χαρακτηρίζονταν ως ελευθέρια επαγγέλματα.

Περιπτώσεις τέτοιων αμοιβών που δεν έχουν την έννοια της εμπορικής ιδιότητας είναι οι αμοιβές του ιατρού, οδοντιάτρου, κτηνιάτρου, φυσιοθεραπευτή, βιολόγου, ψυχολόγου, μαίας, δικηγόρου, συμβολαιογράφου, άμισθου υποθηκοφύλακα, δικαστικού επιμελητή, αρχιτέκτονα, μηχανικού, τοπογράφου, χημικού, γεωπόνου, γεωλόγου, δασολόγου, περιβαλλοντολόγου, ωκεανογράφου, σχεδιαστή, δημοσιογράφου, διερμηνέα, ξεναγού, μεταφραστή, καθηγητή ή δασκάλου, καλλιτέχνη γλύπτη ή ζωγράφου ή σκιτσογράφου ή χαράκτη, ηθοποιού, εκτελεστή μουσικών έργων ή μουσουργού, καλλιτεχνών των κέντρων διασκέδασης, χορευτή, χορογράφου, σκηνοθέτη, σκηνογράφου, ενδυματολόγου, διακοσμητή, οικονομολόγου, αναλυτή, προγραμματιστή, ερευνητή ή συμβούλου επιχειρήσεων, λογιστή ή φοροτέχνη, αναλογιστή, κοινωνιολόγου, κοινωνικού λειτουργού, εμπειρογνώμονα, ομοιοπαθητικού εναλλακτικής θεραπείας, ψυχοθεραπευτή, λογοθεραπευτή, λογοπαθολόγου και λογοπεδικού, καθώς και αμοιβές που καταβάλλονται σε πραγματογνώμονες, διαιτητές, εκκαθαριστές γενικά, ελεγκτές Α.Ε., εκτελεστές διαθηκών, εκκαθαριστές κληρονομιών και κηδεμόνες σχολάζουσας κληρονομίας.

Στο πλαίσιο λοιπόν αυτό κατά την περίπτωση που ο φορολογούμενος αποκτά εισόδημα από μισθωτή εργασία, σύμφωνα με μία από τις περιπτώσεις του ν.4172/2013, και παράλληλα αποκτά εισόδημα από την άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας για την οποία συντρέχουν οι προϋποθέσει του ίδιου νόμου, φορολογείται για το μεν εισόδημα από μισθωτή εργασία με την κλίμακα μισθωτών, ενώ για το εισόδημα από την άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας με την κλίμακα που φορολογούνται τα κέρδη από επιχειρηματική δραστηριότητα.

Δεν υπάγονται στη διάταξη

Επισημαίνεται ότι δεν υπάγονται στην ανωτέρω διάταξη οι αμοιβές, αντιπροσώπων, πρακτόρων, μεσιτών, κ.λπ. από αμοιβές ή προμήθειες για τη σύναψη σύμβασης προμήθειας από αλλοδαπά εργοστάσια ή αλλοδαπούς οίκους οποιασδήποτε φύσης υλικού, μεταφορέων, μεσιτών, πρακτόρων, διαμεσολαβητών, εκτελωνιστών, φωτορεπόρτερ, διαφημιστών, επιχειρήσεων που έχουν σαν αντικείμενο ασφαλιστικές δραστηριότητες (ασφαλιστικοί πράκτορες, μεσίτες ασφαλίσεων, ασφαλιστικοί σύμβουλοι κ.τ.λ.), αμοιβές για υπηρεσίες φασόν, προώθησης προϊόντων και γενικά οι αμοιβές που με το ν.2238/1994 χαρακτηρίζονταν ως εισόδημα από εμπορικές επιχειρήσεις.