Σε ταραγμένα νερά «ρίχνουν δίχτυα» οι ελληνικές ιχθυοκαλλιέργειες.
Μεγάλες ψαριές… σε ταραγμένα όμως νερά προμηνύονται για τον εγχώριο κλάδο της μεσογειακής ιχθυοκαλλιέργειας.
Συγκεκριμένα σύμφωνα με τα ευρήματα της κλαδικής μελέτης που εκπονήθηκε από τη ΣΤΟΧΑΣΙΣ Σύμβουλοι Επιχειρήσεων Α.Ε. η εξωστρέφεια που χαρακτηρίζει τον κλάδο σε συνδυασμό με την υψηλή τεχνογνωσία και την ηγετική του θέση σε διεθνές επίπεδο δημιουργούν θετικές προοπτικές σε αντίθεση με αρκετούς τομείς που έχουν πληγεί σημαντικά από την κρίση της ελληνικής οικονομίας.
Παράλληλα ο ταχύτερος ρυθμός ανάπτυξης των ψαριών ιχθυοκαλλιέργειας (τσιπούρα λαβράκι) έναντι ψαριών ελεύθερης αλιείας που προβλέπουν οι εκτιμήσεις παγκόσμιων οργανισμών αποτελεί ακόμα ένα ευοίωνο μήνυμα για τις ελληνικές επιχειρήσεις του κλάδου.
Στον αντίποδα ο έντονος ανταγωνισμός τόσο σε επίπεδο εγχώριων όσο και διεθνών παιχτών οι ευμετάβλητες τιμές διάθεσης η μεγάλη διάρκεια παραγωγικού κύκλου οι κλιματικές αλλαγές οι υψηλές απαιτήσεις σε κεφάλαιο κίνησης οι οικονομικές συνθήκες σε επίπεδο Ευρωζώνης και τα αποτελέσματα της ύφεσης στην αγοραστική δυνατότητα των καταναλωτών συνθέτουν ένα περιβάλλον ισχυρών προκλήσεων για τις επιχειρήσεις του κλάδου.
Αναλυτικότερα η ανάπτυξη του κλάδου της μεσογειακής ιχθυοκαλλιέργειας από εδραιωμένες επιχειρήσεις με υψηλό επίπεδο τεχνογνωσίας αποτελεί ένα ανταγωνιστικό πλεονέκτημα για τους Ελληνες παίκτες. Η Ελλάδα αποτελεί τη μεγαλύτερη δύναμη του τομέα παγκοσμίως με το 80% της παραγωγής να εξάγεται. Βασικός ανταγωνιστής είναι η Τουρκία.
Στον κλάδο δραστηριοποιούνται περίπου 80 επιχειρήσεις απασχολώντας 10.000 εργαζομένους περίπου με τις μεγαλύτερες εξ αυτών να είναι καθετοποιημένες και να ελέγχουν το 70% περίπου της παραγωγής.
Παραγωγή
Η εγχώρια παραγωγή τσιπούρας και λαβρακίου εκτιμάται σε 123 χιλ. τόνους το 2011 μειωμένη κατά 61% σε σχέση με το 2010 και παρουσιάζει μέσο ετήσιο ρυθμό μεταβολής 21% την περίοδο 2006-2011. Σύμφωνα με τη μελέτη προβλέπεται ότι η παραγωγή θα παρουσιάσει μικρή αύξηση 2% – 3% το 2012 η οποία προορίζεται για τις αγορές του εξωτερικού ενώ αναμένεται να σταθεροποιηθεί το 2013.
Οσον αφορά στην εγχώρια αγορά υπολογίζεται σε 246 χιλ. τόνους για το 2011 που μεταφράζεται σε 115 εκατ. ευρώ σημειώνοντας μικρή μείωση 24% σε σχέση με το 2010 δείχνοντας τάσεις εξισορρόπησης στην περίοδο ύφεσης που αντιμετωπίζει η ελληνική οικονομία.
Εκτιμάται ότι η αγορά θα εμφανίσει πτωτική πορεία η οποία θα διαμορφωθεί σε επίπεδα της τάξης του 4% – 5% το 2012 και θα περιοριστεί σε 1% -2% το 2013.
Ζήτηση
Οπως επισημαίνεται από την κα Χριστίνα Γκιόκα υπεύθυνη του τμήματος Κλαδικών Μελετών της ΣΤΟΧΑΣΙΣ οι βασικοί παράγοντες που επηρεάζουν τη ζήτηση των προϊόντων του κλάδου είναι: οι οικονομικές συνθήκες και κυρίως το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών σε Ελλάδα και στις αγορές του εξωτερικού οι διατροφικές συνήθειες τα διατροφικά σκάνδαλα και βέβαια οι συνθήκες που επικρατούν στην αγορά ψαριών ελεύθερης αλιείας.
Ειδικά για το ζήτημα αυτό η μείωση των αλιευμάτων η οποία οφείλεται κυρίως στην υπερεντατική αλιεία και οι περιορισμοί που επιβάλλονται στην αλίευση ευνοούν την κατανάλωση προϊόντων ιχθυοτροφείου.
Στο πλαίσιο αυτό η ιχθυοκαλλιέργεια καταλαμβάνει ολοένα και μεγαλύτερο μερίδιο στη συνολική «παραγωγή» ιχθύων γεγονός το οποίο αναδεικνύει τις θετικές προοπτικές του κλάδου.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο η τσιπούρα και το λαβράκι καταλαμβάνουν αθροιστικά το 15% περίπου της παραγωγής ψαριών ιχθυοκαλλιέργειας ενώ το 2015 εκτιμάται ότι για πρώτη φορά η παραγωγή ψαριών ιχθυοκαλλιέργειας θα ξεπεράσει την αντίστοιχη της ελεύθερης αλιείας.
Τιμές
Την ίδια στιγμή τα ψάρια ελεύθερης αλιείας συνήθως διατίθενται σε υψηλότερες τιμές από εκείνα της ιχθυοκαλλιέργειας γεγονός το οποίο αποτελεί ανταγωνιστικό τους μειονέκτημα.
Ωστόσο οι τιμές διάθεσης των ψαριών ιχθυοκαλλιέργειας αναμένεται να αυξηθούν σημαντικά περισσότερο από τις αντίστοιχες των ψαριών ελεύθερης αλιείας λόγω της ενισχυμένης ζήτησης της αύξησης του κόστους παραγωγής (ιχθυάλευρα ιχθυέλαια) και της αλίευσης ειδών χαμηλότερης αξίας. Οι τιμές παρουσιάζουν διακυμάνσεις κατά τη διάρκεια του έτους. Υψηλότερες τιμές επιτυγχάνονται συνήθως τη περίοδο Απριλίου – Αυγούστου. Το 2011 η μέση τιμή διάθεσης τσιπούρας ανήλθε στο 5 ευρώ/κιλό για το λαβράκι και 48 ευρώ/κιλό για τη τσιπούρα ενώ η μέση τιμή πώλησης γόνου ήταν 020-022 ευρώ το κιλό.
Σε επίπεδο κόστους παραγωγής το 70% αφορά στις ιχθυοτροφές και στους γόνους. Σημειώνεται ότι οι καθετοποιημένες μονάδες επιτυγχάνουν οικονομίες κλίμακας τόσο στο γόνο όσο και στις ιχθυοτροφές με αποτέλεσμα η μείωση του μέσου κόστους παραγωγής να ξεπερνά το 10%.
Οι προμηθευτές
Σύμφωνα με τη μελέτη υψηλή διαπραγματευτική δύναμη κατέχουν οι προμηθευτές ιχθυελαίων και ιχθυάλευρων (πρώτες ύλες για ιχθυοτροφές) λόγω του μεγάλου μεγέθους τους και του μικρού αριθμού τους έναντι ακόμα και των καθετοποιημένων επιχειρήσεων του κλάδου.
Η διαπραγματευτική δύναμη των υπόλοιπων κατηγοριών προμηθευτών (γόνος κλωβοί δίχτυα κτλ) διαμορφώνεται ανάλογα με τη σχέση μεγέθους προμηθευτή – πελάτη.
Οσον αφορά στη διαπραγματευτική δύναμη των αγοραστών (χονδρέμποροι και δίκτυα λιανικής στο εξωτερικό και στην εγχώρια αγορά) είναι ισχυρή λόγω του μεγάλου μεγέθους τους. Υπό το πρίσμα αυτό οι μεσαίες και μικρές εταιρείες του κλάδου έχουν χαμηλή διαπραγματευτική δύναμη έναντι των χονδρεμπόρων και των σουπερ μάρκετ ενώ αντίθετα η διεθνής φήμη και το μέγεθος των μεγάλων ιχθυοκαλλιεργητικών εταιρειών τους δίνει τη δυνατότητα να πετυχαίνουν καλύτερους όρους.
Ανταγωνισμός
Δεδομένης της σύνθεσης του κλάδου ο ανταγωνισμός είναι έντονος και οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι οι επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται είναι ίσης δυναμικότητας και μεγέθους στη χαμηλή διαφοροποίηση προϊόντων στην προσπάθεια αύξησης του μεριδίου των επιχειρήσεων στη διεθνή αγορά η οποία εστιάζει στην τιμολογιακή πολιτική και στις προωθητικές ενέργειες.
Σε αυτό το περιβάλλον εξαιρετικά περιορισμένη κρίνεται η δυνατότητα εισόδου νέων επιχειρήσεων στην αγορά λόγω της ύπαρξης εδραιωμένων μονάδων οι οποίες διαθέτουν σημαντική τεχνογνωσία και οικονομίες κλίμακας στην παραγωγή του υψηλού κόστους επένδυσης σε υποδομές και R&D καθώς και των δυσκολιών πρόσβασης σε διεθνή κανάλια διανομής.
Εξαγωγές
Οι συνολικές εξαγωγές ψαριών καταλαμβάνουν τη 2η θέση στο σύνολο των εξαγωγών τροφίμων και ποτών της χώρας (μετά τα φρούτα).
Οι εξαγωγές λαβρακίου σε αξία αυξήθηκαν τις δύο τελευταίες περιόδους με υψηλό ρυθμό προσεγγίζοντας τα επίπεδα της τσιπούρας. Επίσης οι εξαγωγές τσιπούρας σημείωσαν αύξηση αλλά με μικρότερο ρυθμό. Σε επίπεδο όγκου οι εξαγωγές μειώθηκαν την περίοδο 2011/2010 καθώς μειώθηκε και η εγχώρια παραγωγή. Θετική εξέλιξη αποτελεί η βελτίωση των τιμών που πέτυχαν οι επιχειρήσεις την αντίστοιχη περίοδο (από 404 ευρώ/κιλό σε 509 ευρώ/κιλό για την τσιπούρα και από 440 ευρώ/κιλό σε 595 ευρώ/κιλό για το λαβράκι).
Η Ιταλία αποτελεί διαχρονικά την πρώτη χώρα προορισμού των εξαγωγών με μερίδιο πάνω από 44% και στα δύο είδη ενισχύοντας το μερίδιό της κατά 6 ποσοστιαίες μονάδες το 2011/2010 στο λαβράκι. Στην τσιπούρα αυξανόμενο μερίδιο έχει η Γαλλία η Πορτογαλία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Οι υψηλότερες τιμές επιτυγχάνονται στη Γερμανία η οποία ωστόσο κατέχει μικρό μερίδιο στις συνολικές εξαγωγές της χώρας. Αντίθετα στη μεγαλύτερη αγορά την Ιταλία συνήθως παρατηρούνται οι χαμηλότερες τιμές. Εξαίρεση αποτέλεσε η υψηλή τιμή για το λαβράκι το 2011.
Παγκόσμια αγορά
Η παγκόσμια ιχθυοκαλλιέργεια αναπτύσσεται τα τελευταία χρόνια με μέσο ετήσιο ρυθμό 64% με την περυσινή χρονιά η συνολική παραγωγή ιχθύων να διαμορφώνεται σε 1683 εκατ. τόνους τη στιγμή που η αλιεία αντιμετωπίζει μικρή κάμψη της τάξης του 03% στους 894 εκατ. τόνους. Το 60% περίπου της παγκόσμιας ιχθυοκαλλιέργειας προέρχεται από την Κίνα ενώ ο κυπρίνος καταλαμβάνει την 1η θέση με μερίδιο 40%.
Σε επίπεδο ευρωπαϊκής αγοράς ο σολομός εμφανίζει τον υψηλότερο μέσο ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης περί το 106% με τη Νορβηγία να παράγει περισσότερο από το 80% του προϊόντος.
Η αντίστοιχη επίδοση για την τσιπούρα είναι 27% και για το λαβράκι 14% ενώ η παραγωγή της πέστροφας εμφανίζει πτωτικές τάσεις από το 2008 και έπειτα.
Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία του 2010 το 61% της ευρωπαϊκής καλλιέργειας αφορούσε στο σολομό. Η τσιπούρα και το λαβράκι κατέλαβαν την 3η και 4η θέση αντίστοιχα με μερίδια 84% και 64%.
Το 70% περίπου της παραγωγής ιχθυδίων (τσιπούρας και λαβρακίου) πραγματοποιείται στην Ελλάδα και την Τουρκία. Το μερίδιο της Ελλάδας το 2011 διαμορφώνεται στο 516% στην παραγωγή τσιπούρας και στο 376% στο λαβράκι.
Οσον αφορά στις τιμές των ψαριών ιχθυοκαλλιέργειας είναι ευμετάβλητες από έτος σε έτος και εξαρτώνται από τις συνθήκες προσφοράς και ζήτησης αλλά και τις καταναλωτικές / διατροφικές προτιμήσεις. Το 2010 η τσιπούρα και το λαβράκι διακινήθηκαν σε χαμηλότερες τιμές από το σολομό σε αντίθεση με το προηγούμενο έτος.
Θεσμικά
Αξίζει να σημειωθεί ότι ο κλάδος της μεσογειακής ιχθυοκαλλιέργειας και η σημαντική του ανάπτυξη έχει επιφέρει και αναμένεται να συνεχίσει αξιόλογα αποτελέσματα τόσο στη παραγωγή εγχώριων νωπών ψαριών όσο και στη δημιουργία μιας κοινωνικό-οικονομικής δομής που άμεσα και έμμεσα περιλαμβάνει χιλιάδες εργαζόμενους κυρίως σε περιοχές που εξαρτώνται από την αλιεία. Επιπλέον η θαλασσοκαλλιέργεια είναι η μοναδική παραγωγική δραστηριότητα που έχει αποικίσει ακατοίκητα νησιά και βραχονησίδες που συνήθως αποκλείονται από άλλες επενδύσεις.
Οπως επισημαίνει η μελέτη ο κλάδος για να ανταπεξέλθει στις σύγχρονες προκλήσεις με αιχμή την ενίσχυση του ανταγωνισμού (κυρίως από την Τουρκία) πρέπει να διευθετήσει σε συνεργασία με την πολιτεία ζητήματα που απασχολούν έντονα τις επιχειρήσεις όπως ο χωροταξικός σχεδιασμός και ταυτόχρονα να διαμορφώσει μια κοινή στρατηγική ανάπτυξης.
Εντείνεται η συγκέντρωση των εταιρειών
Η ελληνική οικονομική κρίση «ταράζει» τα νερά των ελληνικών ιχθυοκαλλιεργητών αφού οι εταιρείες του κλάδου χρηματοδοτούν τη λειτουργία τους κυρίως με τραπεζικό δανεισμό. Με δεδομένο αυτό η οικονομική ύφεση των τελευταίων ετών και οι αρνητικές συνέπειες στο χρηματοπιστωτικό σύστημα έχουν προκαλέσει δυσκολίες στην άντληση των απαιτούμενων κεφαλαίων. Σύμφωνα με τη μελέτη η διαχρονική επιδείνωση της κάλυψης των χρηματοοικονομικών δαπανών αναδεικνύει την επικίνδυνη θέση στην οποία περιήλθε ο κλάδος το 2011 με αποτέλεσμα να είναι «ευπρόσβλητος» σε πιθανές περαιτέρω μεταβολές του σημερινού οικονομικού περιβάλλοντος.
Οπως σημειώνει ο κ. Βασίλης Ρεγκούζας πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της ΣΤΟΧΑΣΙΣ Σύμβουλοι Επιχειρήσεων Α.Ε. η οικονομική κατάσταση των επιχειρήσεων του κλάδου την τριετία 2009-2011 χαρακτηρίζεται από σχετικά σταθερές συνθήκες γενικής και άμεσης ρευστότητας. Βέβαια η ταμιακή ρευστότητα των εταιρειών κινείται διαχρονικά σε οριακά επίπεδα «προοιωνίζοντας» εξελίξεις στον κλάδο με το ενδεχόμενο περαιτέρω συγκέντρωσης της αγοράς να παραμένει «στον αφρό» τα τελευταία χρόνια.
Παράλληλα η ταχύτερη είσπραξη των απαιτήσεων κατά 35 ημέρες την εξεταζόμενη τριετία δεν βελτίωσε το συναλλακτικό κύκλωμα λόγω των χαμηλότερων πιστώσεων από προμηθευτές κατά 66 ημέρες την αντίστοιχη περίοδο.
Περιορισμένη είναι και η εντατική χρησιμοποίηση των συνολικών επενδυμένων κεφαλαίων του κλάδου στη δημιουργία πωλήσεων ενώ σε καλύτερα επίπεδα διαμορφώνεται ο βαθμός χρησιμοποίησης των ιδίων κεφαλαίων των εταιρειών. Ωστόσο το γεγονός αυτό οφείλεται περισσότερο στον περιορισμό των ιδίων κεφαλαίων του κλάδου λόγω συσσωρευμένων ζημιών παρά στην αύξηση των πωλήσεων.
Οσον αφορά στην εικόνα του περιθωρίου του μεικτού κέρδους καταγράφει σημαντική υποχώρηση στο 103% το 2011 έναντι 142% το 2010 ενώ αντίστοιχα πτωτική τροχιά εμφανίζει και το περιθώριο καθαρού κέρδους των εταιρειών που διαμορφώθηκε πέρυσι στο -91%.
Συμπερασματικά πάντως επισημαίνεται στη μελέτη ότι οι επιχειρηματικές εξελίξεις (εξαγορές συγχωνεύσεις είσοδος νέων επενδυτών) που χαρακτηρίζουν τον κλάδο τα τελευταία χρόνια αναμένεται να συνεχιστούν στοχεύοντας στην ενίσχυση της διαπραγματευτικής του δύναμης έναντι των δικτύων λιανικής και στην επίτευξη περαιτέρω οικονομιών κλίμακας.
ΔΑΝΑΗ ΑΛΕΞΑΚΗ – dalex@naftemporiki.gr
ΠΗΓΗ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ Η ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ











