Τα αίτια της οικονομικής κρίσης έχουν ως αφετηρία τη δεκαετία του 2000
Απολογισμός: Κατάρρευση των δημοσιονομικών μεγεθών, κάθετη πτώση της ανταγωνιστικότητας, ανεπαρκή στοιχεία για το ΑΕΠ – Στα 73 δισ. ευρώ οι εκροές καταθέσεων από τον Δεκέμβριο του 2009 – Αρνητικός ο ρυθμός εκταμίευσης δανείων
Η ευημερία των Ελλήνων πολιτών το 2008 στηριζόταν σε «πήλινα πόδια», μεταξύ των οποίων ήταν τα λανθασμένα, όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων, στοιχεία για το δημοσιονομικό έλλειμμα και το δημόσιο χρέος.
Δύο χρόνια μετά, το 2010, η χώρα θα βρισκόταν στη δίνη της μεγαλύτερης οικονομικής κρίσης, την οποία ξένοι αναλυτές προσομοίαζαν με την αμερικανική κρίση του 1929 ή με την οικονομική κατάσταση χώρας αμέσως μετά από πολεμική αναμέτρηση. Παρά τη ρητορεία, η ελληνική οικονομία -πέντε χρόνια μετά- δεν έχει ξεφύγει από τη δίνη της κρίσης, όπως αποδεικνύουν τα νέα μέτρα και οι νέες προσαρμογές που ζητεί η τρόικα.
Η ελληνική οικονομία κατέγραψε ανάπτυξη από το β’ τρίμηνο του 2014, η οποία όμως στηρίζεται στην κατανάλωση των ξένων τουριστών και όχι στις επενδύσεις που θα εξασφαλίσουν βιωσιμότητα στο θετικό πρόσημο του ΑΕΠ.
Τα αίτια της κρίσης που βιώνουμε -και τις επιπτώσεις της θα υποστούν και οι επόμενες γενιές- έχουν την αφετηρία τους στη δεκαετία του 2000 και στη χαλαρή πολιτική παροχών που εφαρμόστηκε μέχρι και το 2008. Ταυτόχρονα, για να μη φαίνονται οι αδυναμίες, καλυπτόταν με λογιστικά τεχνάσματα η έκρηξη του δημοσιονομικού ελλείμματος και του δημόσιου χρέους.
Μοναδική εμφανής ανισορροπία ήταν το έλλειμμα του ισοζυγίου εξωτερικών συναλλαγών της χώρας, που είχε ξεπεράσει το 14% του ΑΕΠ και οφείλει την ειλικρίνειά του στο ότι καταρτιζόταν (και καταρτίζεται) από την Τράπεζα της Ελλάδος και όχι από το υπουργείο Οικονομικών.
«Καμπανάκι» από την ΤτΕ
Ο πρώην διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιώργος Προβόπουλος, παρότι είχε τοποθετηθεί τον Ιούλιο του 2008 από την κυβέρνηση της Ν.Δ. στη θέση του κεντρικού τραπεζίτη, δεν δίστασε λίγους μήνες μετά, τον Σεπτέμβριο του 2008, να χτυπήσει το πρώτο «καμπανάκι».
Οταν η κυβέρνηση υποστήριζε πως η ελληνική οικονομία είναι θωρακισμένη απέναντι στην οικονομική κρίση που είχε ξεκινήσει στις ΗΠΑ, ο κ. Προβόπουλος βγήκε και προειδοποίησε πως δεν υπάρχει καμία θωράκιση και θα πρέπει να ετοιμαζόμαστε.
Επεισε στην κατεύθυνση αυτή την κυβέρνηση του Κώστα Καραμανλή, ο οποίος υπό το βάρος του αδιεξόδου που θα βρισκόταν άμεσα η οικονομία, δρομολόγησε εκλογές για τον Οκτώβριο του 2009.
Τις εκλογές κέρδισε ο Γιώργος Παπανδρέου, με το σύνθημα «λεφτά υπάρχουν» και έξι μήνες αργότερα η Ελλάδα ικέτευε τους εταίρους και το ΔΝΤ να καλύψουν τις τεράστιες χρηματοδοτικές της ανάγκες, με κόστος την ένταξη στο μνημόνιο, από το οποίο ακόμη δεν έχουμε ξεφύγει.
Ισοζύγιο – ανταγωνιστικότητα
Η προσαρμογή ήταν «αυτόματη» στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Οι περικοπές ή και οι απώλειες εισοδημάτων οδήγησαν σε δραστική μείωση της κατανάλωσης και των εισαγωγών, αφού το μεγαλύτερο μέρος των αγαθών ήταν (και είναι) εισαγόμενα.
Ετσι, το ισοζύγιο από το 14,5% που έφτασε το 2008 μηδενίστηκε το 2013, ενώ φέτος μέχρι και τον Οκτώβριο εμφανίζει πλεόνασμα. Το ζήτημα ωστόσο είναι η βιωσιμότητά του σε χαμηλά επίπεδα, καθώς υπάρχει κίνδυνος παγιοποίησης της αυξητικής πορείας των εισαγωγών που καταγράφεται τους τελευταίους μήνες του 2014, που δεν θα μπορέσουν να καλυφθούν από την αύξηση των εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών.
Επιπλέον, σημειώνει η ΤτΕ, την περίοδο 2001-2008 η σωρευτική υποχώρηση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας έφθασε το 16,9% βάσει των σχετικών τιμών καταναλωτή και το 27,7% βάσει του σχετικού κόστους εργασίας.
Οι εξελίξεις αυτές επέτειναν δραματικά την αβεβαιότητα για το μέλλον της οικονομίας, επηρέασαν πολύ τις προσδοκίες και δημιούργησαν έλλειμμα εμπιστοσύνης, το οποίο με τη σειρά του οδήγησε σε υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της οικονομίας και σε αισθητή διεύρυνση της διαφοράς αποδόσεων μεταξύ ελληνικών και γερμανικών ομολόγων.
Τα δημοσιονομικά μεγέθη
Ο πρώην υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών Γιώργος Αλογοσκούφης καταθέτει τον προϋπολογισμό του 2008 με τον φιλόδοξο στόχο να μειώσει το έλλειμμα σε 4.026 εκατ. ευρώ, ή στο 1,6% του ΑΕΠ. Τελικά, το πραγματικό έλλειμμα ήταν πολλαπλάσιο και ύστερα από πολλές αναθεωρήσεις διαμορφώθηκε με τα τελευταία στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ στο 8,1% του ΑΕΠ ή σε 19.686 εκατ. ευρώ!
Τον Νοέμβριο του 2008 ο κ. Αλογοσκούφης καταθέτει τον προϋπολογισμό του 2009, με τον στόχο για το έλλειμμα να τίθεται στο 2% του ΑΕΠ ή 5.266 εκατ. ευρώ. Κατά την πορεία εφαρμογής του το ΥΠΟΙΚ υποστήριζε ότι κινείται εντός των στόχων.
Ομως, στην καρδιά του καλοκαιριού, στις 28 Ιουλίου 2009, δημοσιεύεται το Στατιστικό Δελτίο Οικονομικής Συγκυρίας της Τράπεζας της Ελλάδος, που έδειξε ότι το έλλειμμα της κεντρικής κυβέρνησης το πρώτο εξάμηνο του 2008 ξεπερνά το σύνολο του ελλείμματος που προβλέπεται για όλο το 2008, φθάνοντας το 7,2% του ΑΕΠ ή σε 17,9 δισ. ευρώ. Με την εξέλιξη αυτή που αποτελούσε «δημοσιονομική βόμβα», ουδείς ασχολήθηκε.
Το έλλειμμα τελικά διαμορφώθηκε στο 15,8% του ΑΕΠ ή σε 36.539 εκατ. ευρώ, που ήταν αδύνατο να χρηματοδοτηθεί από τις αγορές.
Ακολούθως, το 2010, το έλλειμμα με το πακέτο των σκληρών μέτρων του πρώτου μνημονίου μειώθηκε σε 11,3% του ΑΕΠ, το 2011 μειώθηκε σε 9,9%, το 2012 σε 6,2%, το 2013 σε 2,1%, ενώ για το 2014 στόχος είναι να κλείσει στο 1,3% του ΑΕΠ και στο 0,2% του ΑΕΠ το 2015.
Καταθέσεις και χορηγήσεις
Η απώλεια εμπιστοσύνης και η αβεβαιότητα που προκάλεσε η κρίση έπληξαν ιδιαίτερα τις τράπεζες, οι οποίες υπέστησαν σημαντικές εκροές καταθέσεων.
Σε σύγκριση με τον Δεκέμβριο του 2009, που καταγράφηκε το υψηλότερο υπόλοιπο καταθέσεων, ήτοι 237 δισ. ευρώ, μέχρι και τον Οκτώβριο οι απώλειες ανέρχονται στο ποσό των 73 δισ. ευρώ, ενώ σε σύγκριση με τον Δεκέμβριο του 2008 η μείωση ανέρχεται σε 63,1 δισ. ευρώ.
Παράλληλα, ο ρυθμός εκταμίευσης των δανείων σε σύντομο χρονικό διάστημα κατέστη αρνητικός. Τον Δεκέμβριο του 2010 η πιστωτική επέκταση κατέγραψε αρνητικό πρόσημο, -0,2% για πρώτη φορά, τουλάχιστον μετά το 1981. Εκτοτε ο ρυθμός παραμένει σταθερά αρνητικός, βασικά λόγω της αβεβαιότητας, αλλά και των «κόκκινων» δανείων, το ύψος των οποίων φτάνει σε 80 δισ. ευρώ. Η μη αποπληρωμή των συγκεκριμένων δανείων στερεί πόρους από τις τράπεζες, ώστε να συνεχίσουν να χρηματοδοτούν την οικονομία.
Επιχειρηματικά δάνεια
Σημειώνεται ότι στην Ενδιάμεση έκθεση για τη νομισματική πολιτική και σε ειδική ανάλυση γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στα βασικά χαρακτηριστικά των επιχειρηματικών δανείων άνω του 1 εκατ. ευρώ με έτος αναφοράς το 2013. Το δείγμα επί του οποίου έγινε η ανάλυση περιλαμβάνει περίπου 16 χιλιάδες οφειλέτες με συνολικό άνοιγμα περίπου 98,5 δισ. ευρώ (ποσό που αντιστοιχεί σε 54% του ΑΕΠ του 2013 σε τρέχουσες τιμές), εκ των οποίων περίπου 6 χιλιάδες οφειλέτες εμφανίζουν καθυστέρηση στην αποπληρωμή των υποχρεώσεών τους, με το ύψος των καθυστερήσεων να προσεγγίζει τα 28,5 δισ. ευρώ (ποσό που αντιστοιχεί σε 15,6% του ΑΕΠ του 2013).
Σύμφωνα με τα βασικά περιγραφικά χαρακτηριστικά των δανείων αυτών, περίπου τα 3/4 των οφειλετών έχουν συνολικό άνοιγμα μέχρι 5 εκατ. ευρώ, ενώ παρατηρείται αρνητική συσχέτιση μεταξύ του ύψους του ανοίγματος και του δείκτη καθυστερήσεων. Δηλαδή οφειλέτες με μεγαλύτερο άνοιγμα εμφανίζουν κατά μέσο όρο χαμηλότερο δείκτη καθυστερήσεων συγκριτικά με εκείνους των οποίων το άνοιγμα κυμαίνεται μεταξύ 1 και 5 εκατ. ευρώ.
Ωστόσο, σε όρους μεγέθους, το μεγαλύτερο ποσό δανείων σε καθυστέρηση επιμερίζεται σε σχετικά λίγους πιστούχους, οι οποίοι με τη σειρά τους επιμερίζονται σε σχετικά λίγους κλάδους οικονομικής δραστηριότητας.
Ενδεικτικά, το ήμισυ περίπου των δανείων σε καθυστέρηση κατανέμεται σε μερικές εκατοντάδες πιστούχους, με το ήμισυ αυτών να συγκεντρώνεται σε μόνο έξι κλάδους οικονομικής δραστηριότητας. Σημαντικό επίσης χαρακτηριστικό των δανείων του δείγματος είναι ότι το ήμισυ σχεδόν των δανείων σε καθυστέρηση βρίσκεται σ’ αυτή την κατάσταση για διάστημα τουλάχιστον τριών ετών.
Και σ’ αυτή την περίπτωση η συγκέντρωση αφορά σχετικά μικρό αριθμό πιστούχων, οι οποίοι ουσιαστικά επιμερίζονται σε λίγους κλάδους, κυρίως στους κλάδους κατασκευών κτηρίων, χονδρικού και λιανικού εμπορίου, καταλυμάτων, διαχείρισης ακίνητης περιουσίας, έργων πολιτικού μηχανικού, βιομηχανίας τροφίμων, δραστηριοτήτων ανθρώπινης υγείας και παραγωγής κλωστοϋφαντουργικών υλών.
Μάλιστα, στην πλειονότητα των περιπτώσεων της εν λόγω κατηγορίας οφειλετών για τους οποίους κατέστη δυνατή, λόγω διαθεσιμότητας στοιχείων, και η χρηματοοικονομική ανάλυση των οικονομικών τους στοιχείων, η δυναμική των λογιστικών καταστάσεων υποδηλώνει ότι είναι μικρή η πιθανότητα εξυπηρέτησης των δανείων τους.
Οσον αφορά τους πιστούχους που είναι κοινοί μεταξύ των συστημικών τραπεζών, το 1/3 των δανείων σε καθυστέρηση αφορά περίπου 800 πιστούχους οι οποίοι είναι κοινοί σε δύο τουλάχιστον συστημικές τράπεζες και έχουν συνολικά δάνεια σε καθυστέρηση ύψους περίπου 11 δισ. ευρώ. Από τους πιστούχους αυτούς ορισμένοι είναι κοινοί και στις τέσσερις συστημικές τράπεζες, με το ύψος των δανείων σε καθυστέρηση να ανέρχεται σε περίπου 3 δισ. ευρώ. Επίσης, οι οφειλέτες με ανοίγματα σε περισσότερες τράπεζες εμφανίζουν συγκριτικά χαμηλότερο δείκτη καθυστερήσεων έναντι εκείνων με οφειλές σε μία μόνο τράπεζα.
Κλαδική ανάλυση
Σε επίπεδο κλαδικής ανάλυσης, 30 κλάδοι που έχουν απορροφήσει το 23% της τραπεζικής χρηματοδότησης του δείγματος, εμφανίζουν δείκτη καθυστερήσεων μεταξύ 38% και 91% και 28 κλάδοι, που έχουν απορροφήσει το 58% της χρηματοδότησης, εμφανίζουν δείκτη καθυστερήσεων μεταξύ 21% και 37%.
Στον αντίποδα, υπάρχουν και 30 κλάδοι που έχουν απορροφήσει το υπόλοιπο 19% της χρηματοδότησης, οι οποίοι εμφανίζουν δείκτη καθυστερήσεων μεταξύ 0% και 20%.
Επιπρόσθετα, σε κλαδικό επίπεδο παρατηρούνται δύο ακόμη σημαντικά χαρακτηριστικά. Πρώτον, παρατηρείται θετική συσχέτιση μεταξύ του ποσοστού των δανείων σε καθυστέρηση και της ετήσιας μεταβολής του. Δηλαδή κλάδοι που εμφανίζουν τα συγκριτικώς υψηλότερα ποσοστά καθυστερήσεων εμφανίζουν και τη συγκριτικά μεγαλύτερη επιδείνωση του δείκτη καθυστερήσεων μεταξύ 2012 και 2013. Στους κλάδους αυτούς συμπεριλαμβάνονται και οι κλάδοι με τον υψηλότερο τραπεζικό δανεισμό στο παρελθόν.
Δεύτερον, σε κλάδους με υψηλό δείκτη καθυστερήσεων τα δάνεια σε καθυστέρηση συγκεντρώνονται σε σχετικά μικρό αριθμό οφειλετών. Αντίθετα, σε κλάδους με χαμηλό δείκτη καθυστερήσεων τα δάνεια σε καθυστέρηση φαίνεται να είναι διασπαρμένα μεταξύ σχετικά μεγάλου αριθμού οφειλετών.











